Δημοκράτης

Δημοκράτης
Демократ (борец)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Δημοκράτης" в других словарях:

  • Δημοκράτης — masc acc pl (attic epic doric) Δημοκράτης masc nom/voc pl (doric aeolic) Δημοκράτης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοκράτης — ο (θηλ. δημοκράτισσα και δημοκράτις, η) (Μ δημοκράτης, Α Δημοκράτης, ο) νεοελλ. 1. ο οπαδός τού δημοκρατικού πολιτεύματος, αυτός που πιστεύει ότι η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολιτειακό σύστημα 2. όποιος υποστηρίζει ότι πιστεύει στην κοινωνική… …   Dictionary of Greek

  • δημοκράτης — ο θηλ. δημοκράτισσα οπαδός της δημοκρατίας, άνθρωπος που είναι πιστός στις δημοκρατικές αρχές και έχει ελεύθερο φρόνημα: Στη χούντα υπέφερε πολλά, γιατί υπήρξε πάντα γνωστός δημοκράτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δημοκράτης — [димократис] ουσ. а. демократ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Δημοκράτης ο εξ Αφιδνών — (4ος αι. π.Χ.). Αθηναίος ρήτορας. Αναφέρεται ως απόγονος του Αρμόδιου ή του Αριστογείτονα, σύγχρονος του Δημοσθένη …   Dictionary of Greek

  • Δημοκράτει — Δημοκράτης masc nom/voc/acc dual (attic epic) Δημοκράτεϊ , Δημοκράτης masc dat sg (epic ionic) Δημοκράτης masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημοκράτη — Δημοκράτης masc nom/voc/acc dual (doric aeolic) Δημοκράτης masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημοκράτην — Δημοκράτης masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημοκράτους — Δημοκράτης masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημόκρατες — Δημοκράτης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»